απροσπέλαστος

απροσπέλαστος
ος , ον
1) см. απρόσβατος; 2) см. απλησίαστος 1; 3) недоступный; суровый; высокомерный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "απροσπέλαστος" в других словарях:

  • ἀπροσπέλαστος — unapproachable masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απροσπέλαστος — η, ο (AM ἀπροσπέλαστος, ον) [προσπελάζω] (κ. μτφ.) αυτός που δεν μπορεί κανείς να τον πλησιάσει, απρόσιτος …   Dictionary of Greek

  • απροσπέλαστος — η, ο απλησίαστος, απρόσιτος, απροσέγγιστος: Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει για όλους απροσπέλαστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπροσπέλαστον — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem acc sg ἀπροσπέλαστος unapproachable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπελάστου — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπελάστους — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπελάστων — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπελάστῳ — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπέλαστα — ἀπροσπέλαστος unapproachable neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπροσπέλαστοι — ἀπροσπέλαστος unapproachable masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άβατος — η, ο (Α ἄβατος, ον) [βαίνω] απάτητος, απροσπέλαστος, αδιάβατος, δυσπρόσιτος αρχ. 1. ιερός, καθαρός, αγνός 2. (για θηλ. ζώα και ειρων. για γυναίκες) αβάτευτος το ουδ. ως ουσ. το άβατον* …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»